ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

Αρχαιότητες
Αρχαιότητες
Αρχαιότητες
Αρχαιότητες
Αρχαιότητες

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ


Το Ιερό του Ποσειδώνα στον Πόρο είναι από τα σημαντικότερα μνημεία της αρχαιότητας, με μεγάλη σημασία για τον Πόρο σήμερα.

Οι ανασκαφές που έχουν γίνει μέχρι σήμερα έχουν ήδη δώσει μια πληθώρα εντυπωσιακών ευρημάτων. Ευρήματα που μπορούν μάλιστα να αλλάξουν αυτά που γνωρίζαμε ως τώρα για τη θρησκευτική ζωή στην αρχαία Ελλάδα. Κάθε νέα ανασκαφική περίοδο έρχονται στο φως και νέα δεδομένα, νέες ενδείξεις για τους αρχαίους κατοίκους του νησιού και της γύρω περιοχής, κάποια από τα οποία θα παρουσιάσουμε παρακάτω. Κρίνοντας από τη συχνότητα με την οποία αναδύονται τα νέα ευρήματα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Ιερό του Ποσειδώνα κρύβει ακόμα πολλές εκπλήξεις για τους αρχαιολόγους αλλά και για τους κατοίκους του Πόρου.

Στο χώρο του Ιερού του Ποσειδώνα δεν υπήρχε μόνο ο ναός του Ποσειδώνα, πασίγνωστος στην κλασσική αρχαιότητα, αλλά και ένα ολόκληρο σύμπλεγμα από βοηθητικά και άλλα κτήρια, τα οποία τον πλαισίωναν. Μάλιστα, τα κτήρια αυτά είναι σήμερα πιο καλοδιατηρημένα από τον ίδιο το ναό, ο οποίος ως γνωστόν δε σώζεται, και μας δίνουν μια πληθώρα πληροφοριών για τον τρόπο με τον οποίον ζούσαν και λάτρευαν οι αρχαίοι Ποριώτες και οι επισκέπτες τους. Όταν αναφερόμαστε λοιπόν στο «ιερό του Ποσειδώνα» εννοούμε όλα αυτά τα κτήρια τα οποία αποτελούν μια μονάδα και έχουν έρθει στο φως σε μεγάλη έκταση χάρη στις προσπάθειες της αρχαιολογικής ομάδας που σκάβει εκεί.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από μιαν αρχή...

Οι πρώτοι αρχαιολόγοι που ασχολήθηκαν με το Ιερό του Ποσειδώνα στον Πόρο στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν δυο Σουηδοί. Ο Σαμουήλ Βίντε και ο Λέναρτ Κιέλμπεργκ. Από αυτούς, ο πρώτος ήταν προσωπικός φίλος μεγάλων αρχαιολόγων όπως ο Σλήμαν και ο Ντόρπφελντ. Ο Ντόρπφελντ τότε έσκαβε στην αρχαία Ολυμπία και παρακίνησε τον Βίντε να σκάψει στον Πόρο, όπου, σύμφωνα με τις αναφορές του Παυσανία, υπήρχε ο ναός του Ποσειδώνα στον οποίο είχε μάλιστα καταφύγει και τελικά είχε αυτοκτονήσει ο πασίγνωστος ρήτορας Δημοσθένης, κυνηγημένος από τους Μακεδόνες. Ο Σαμουήλ Βίντε ήρθε στον Πόρο το 1894, φέρνοντας μαζί του κάποιους ειδικευμένους εργάτες από τις γερμανικές ανασκαφές στην Ολυμπία. Νοίκιασε κάποια πέτρινα σπίτια τα οποία βρίσκονται ακόμη στην περιοχή για να στεγάσει ντόπιους και ξένους εργάτες που δούλεψαν μαζί του. Μάλιστα, ο μικρός αυτός οικισμός πήρε το όνομά του και είναι ως τα σήμερα γνωστός ως «Σαμουήλ».

Οι ανασκαφές του Βίντε το 1894 έδειξαν ότι στην περιοχή υπήρχαν εκτεταμένες εγκαταστάσεις. Είναι άγνωστο γιατί οι Σουηδοί δεν συνέχισαν τότε την ανασκαφή. Ίσως λόγω της απουσίας εντυπωσιακών ευρημάτων όπως εκείνα της Ολυμπίας. Ίσως πάλι λόγω έλλειψης χρημάτων. Όμως το πρώτο βήμα είχε γίνει.

Οι ανασκαφές ξαναάρχισαν το 1997. Η πρώτη ανασκαφική περίοδος, που κράτησε από το 1997 έως το 2005 προχώρησε με αργά βήματα λόγω ελλείψεως πόρων. Οι εργασίες που έγιναν όμως ήταν σημαντικές. Πρώτα-πρώτα, καθαρίστηκε και διαμορφώθηκε ο χώρος. Το περιβάλλον του ιερού, όπως το βλέπουμε σήμερα διαμορφώθηκε στα χρόνια αυτά, και σίγουρα δεν είναι όπως το θυμούνται οι παλαιότεροι. Ταυτόχρονα, εντοπίστηκαν τα σημεία που παρουσίαζαν ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, και ξεκίνησαν οι πρώτες δοκιμαστικές ανασκαφές.

Αμέσως έγινε ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο για ένα ξεκομμένο ναό, αλλά για ένα ολόκληρο λατρευτικό συγκρότημα, με πολλά βοηθητικά κτήρια, στοές, βουλευτήριο, αλλά και μια πόλη η οποία αναπτύχθηκε πλάι του. Κάτι τέτοιο ήταν σε συμφωνία με τις αρχαίες πηγές, που θέλουν το Ιερό ως έδρα μιας σημαντικής αμφικτυονίας, δηλαδή μιας θρησκευτικής ομοσπονδίας πόλεων.

Η νέα φάση του προγράμματος, η οποία συνεχίζεται καθώς γράφονται αυτές εδώ οι γραμμές, άρχισε το 2007. Με νέα χρηματοδότηση από την Εθνική Τράπεζα της Σουηδίας συστάθηκε μια ομάδα ειδικών από διάφορες εθνικότητες η οποία εργάζεται μέχρι και σήμερα στο Ιερό.

Τα ευρήματα ως τώρα

Όπως είναι γνωστό ήδη στους περισσότερους Ποριώτες και σε όσους έχουν ενδιαφέρον για τον Πόρο, το Ιερό του Ποσειδώνα δεν είναι πλούσιο σε εντυπωσιακά μνημεία, όπως αυτά που έχουμε ίσως συνηθίσει να βλέπουμε σε άλλα σημαντικά ιερά της Ελλάδας. Ο ναός αυτός καθαυτός, αλλά και τα υπόλοιπα κτήρια, μετακινήθηκαν ως τη Βαγιονιά από όπου μεταφέρθηκαν με καράβια στην Ύδρα, πιθανότατα για να χτιστεί το εκεί μοναστήρι. Αυτό το γνωρίζουμε με βεβαιότητα, διότι μας το καταθέτει ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Άγγλος περιηγητής Richard Chandler, ο οποίος βρέθηκε στον Πόρο στα τέλη του 18ου αιώνα. Σίγουρα, όπως δείχνουν κάποιες ανακαλύψεις της νέας ανασκαφικής περιόδου, αρκετές από τις πέτρες του Ιερού μεταφέρθηκαν και προς το εσωτερικό του νησιού στα νεότερα χρόνια, ίσως για να χτιστεί το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, αλλά και ιδιωτικά κτίσματα. Η συνήθεια να χρησιμοποιούνται κομμάτια από αρχαία κτίσματα για να φτιαχτούν νεότερα είναι άλλωστε κάτι που συναντάμε πολύ συχνά σε όλο τον ελλαδικό χώρο, όχι μόνο στην σύγχρονη, αλλά και στην αρχαία εποχή.

Παρόλα αυτά, είναι λάθος να πιστεύουν οι Ποριώτες και οι φίλοι του Πόρου ότι στο Ιερό του Ποσειδώνα «δεν υπάρχει τίποτα». Μπορεί τα ευρήματα να μην είναι εντυπωσιακά, είναι όμως σίγουρα πολύ ενδιαφέροντα και πολύ σημαντικά. Από πλευράς αρχιτεκτονικής, ο νέος κύκλος ανασκαφών έχει μελετήσει και αναδείξει μια σειρά κτηρίων τα οποία είναι ορατά στον επισκέπτη. Πέρα από αυτά, οι ανασκαφές έχουν φέρει στην επιφάνεια και δομικά στοιχεία που μας δίνουν όλο και περισσότερες ενδείξεις για τον τόπο και τους κατοίκους του.

Στη φετινή ανασκαφική περίοδο, ήρθε στο φως μια τέλεια διατηρημένη επιγραφή, προσφορά από την πόλη της Αρσινόης -νυν Παλαιόκαστρο Μεθάνων - στον Ποσειδώνα. Η επιγραφή αυτή ήταν η βάση για δυο αγάλματα, της βασίλισσας Αρσινόης και του βασιλιά Πτολεμαίου, τα οποία δεν έχουμε βρει ακόμα. Μάλιστα, η επιγραφή δεν βρέθηκε στο σημείο στο οποίο είχε αρχικά τοποθετηθεί, αλλά μάλλον εγκαταλείφθηκε εκεί που ήρθε στο φως από κάποιους που τη μετέφεραν προς το εσωτερικό του νησιού για δομικό υλικό. Κοντά στην επιγραφή αυτή βρέθηκαν τα κομμάτια ενός πολύ παλαιότερου κατασκευάσματος. Πρόκειται για μεγάλους στρογγυλούς «σπονδύλους», όπως τους ονομάζουν οι αρχαιολόγοι. Τα κομμάτια μιας κολώνας δηλαδή, η οποία αν ποτέ στηνόταν όρθια, πιθανότατα θα έφτανε τα έξι μέτρα σε ύψος. Επρόκειτο μάλλον για μια αναθηματική στήλη, μια ακόμα δηλαδή προσφορά στον θεό Ποσειδώνα. Η στήλη όμως αυτή δε στήθηκε ποτέ, διότι οι όψεις των σπονδύλων δεν είναι δουλεμένες. Αυτό από τη μια επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων ότι το Ιερό του Ποσειδώνα γνώρισε μια περίοδο μεγάλων αναταραχών γύρω στο 500 π.Χ. Από την άλλη, μας δίνει και ένα πολύ σπάνιο στοιχείο: χαραγμένες στην όψη των σπονδύλων είναι οι σημειώσεις του αρχαίου χτίστη στον εαυτό του. Κάποια σύμβολα που άφηνε δηλαδή για να θυμάται με ποια σειρά θα τους τοποθετήσει.

Πέρα από αυτές τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις, έρχονται στο φως και πρωτοφανή στοιχεία για την καθημερινή ζωή και λατρεία των κατοίκων του αρχαίου Πόρου. Στις ανασκαφές ανακαλύπτεται μια πληθώρα μικροαντικειμένων: αγκίστρια, βαρίδια για δίχτυα, πιάτα και αγγεία, αιχμές από δόρατα, κ.ο.κ. Όλα αυτά συνθέτουν αργά αλλά σταθερά μια εικόνα για τη ζωή στο νησί, για το διαιτολόγιο, για τις συνήθειες των κατοίκων αλλά και των επισκεπτών τους. Γνωρίζουμε σήμερα με σιγουριά, για παράδειγμα, ότι ένα πολύ γερό τσιμπούσι έγινε στο ιερό κάποια μέρα του 165 π.Χ. Σε αυτό το γεύμα υπολογίζεται πως έλαβαν μέρος περί τα εκατόν πενήντα άτομα, τα οποία κατανάλωσαν μια ποικιλία από κρέατα, ψάρια, πουλιά, αυγά και θαλασσινά. Η ποικιλία αυτή μας δείχνει ότι ίσως τα φαγητά αυτά είχαν μεταφερθεί στον Πόρο από άλλα μέρη, ίσως από τους ίδιους τους συνδαιτημόνες. Τα κατάλοιπα του γεύματος εκείνου τα ανακαλύψαμε θαμμένα και καλυμμένα με πέτρες και χώμα σε μια γωνιά του Ιερού. Κοντά στο σημείο αυτό, υπάρχει μια αρχαία δεξαμενή νερού, η οποία φτάνει σε αρκετό βάθος. Όταν η δεξαμενή αυτή ανοίχτηκε, κατά την ανασκαφική περίοδο 2004-2005, μας έδωσε μερικά από τα πιο παράξενα ευρήματα που έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής: Οστά σκυλιών με ίχνη από μαχαίρι και φωτιά, πράγμα που δείχνει ότι σφάχτηκαν, ψήθηκαν και μάλλον φαγώθηκαν. Οστά φιδιών που είχαν την ίδια μοίρα. Επίσης, μέλη αλόγων και άλλων ζώων, κουτάβια, ψάρια, πουλιά, αυγά, βάτραχοι και πορφύρες. Ίσως πρόκειται για τα απομεινάρια μιας τελετής η οποία είναι μοναδική και ανεπανάληπτη, τόσο στις γραπτές μαρτυρίες αλλά και σε άλλες ανασκαφές σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.

Ταυτόχρονα, οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν, στηριγμένοι σε αρχιτεκτονικά στοιχεία που υπάρχουν στο χώρο, να δημιουργήσουμε τρισδιάστατες αναπαραστάσεις των κτηρίων όπως ήταν στο παρελθόν. Η φηφιακή αναπαράσταση μας έχει ήδη δώσει την εικόνα του λεγόμενου «κτηρίου D», στο οποίο ανήκει ο εντυπωσιακός τοίχος που βλέπουμε μπροστά μας μπαίνοντας στον αρχαιολογικό χώρο. Όμως αυτό είναι μόνο η αρχή. Με βάση ένα τυχαίο εύρημα της φετινής ανασκαφικής περιόδου, είμαστε σήμερα σε θέση να δημιουργήσουμε μια ψηφιακή αναπαράσταση του ίδιου του ναού του Ποσειδώνα, όπως ήταν στην αρχαιότητα. Θα είναι η πρώτη ακριβής αναπαράσταση βασισμένη σε αρχιτεκτονικά στοιχεία, και για πρώτη φορά οι Ποριώτες θα δουν, έστω και σαν μοντέλο, αυτό που αντίκρυζαν οι αρχαίοι κάτοικοι του νησιού όταν πλησίαζαν στο ιερό του Ποσειδώνα.

Το ιερό του Ποσειδώνα στον 20ο αιώνα.

Πέρα από τις πληροφορίες που μπορεί να μας δώσει το Ιερό του Ποσειδώνα για τη ζωή στα αρχαία χρόνια, πέρα δηλαδή από την αρχαιολογική σημασία του, έχει για μας και μεγάλη σημασία για τη ζωή των σημερινών κατοίκων του νησιού.

Ας μην ξεχνάμε ότι η περιοχή χαρακτηρίστηκε ως αρχαιολογικός χώρος σχετικά πρόσφατα. Ως τότε, το ιερό είχε μια μακριά ιστορία χρήσης, η οποία φτάνει ως τις μέρες μας. Και η χρήση αυτή δεν ήταν πάντοτε θρησκευτική. Ένας από τους βασικούς στόχους μας είναι να μελετήσουμε αυτές τις πλευρές του ιερού στην πρόσφατη ιστορία του Πόρου. Είναι γνωστό για παράδειγμα, ότι στο χώρο του ιερού ζούσε και εργαζόταν μια οικογένεια ρετσινοπαραγωγών από το Αγκίστρι, η οικογένεια Μακρή. Ίχνη της καθημερινής ζωής της οικογένειας αυτής βρίσκουμε μέχρι και σήμερα στο χώρο. Το 1978, όταν ο χώρος πέρασε στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους, τα κτήρια που είχε κατασκευάσει η οικογένεια κατεδαφίστηκαν. Παραμένουν όμως χαρακτηριστικά ίχνη, όπως για παράδειγμα τα σπιθάρια (δεξαμενές για ρετσίνι) που είναι κατασκευασμένα στον περίβολο του ναού, ο φούρνος και η στέρνα της οικογένειας και μας υπενθυμίζουν κάποιες παλιότερες εποχές της ζωής του νησιού που θυμούνται ακόμα οι μεγαλύτεροι. Ταυτόχρονα, η ανασκαφική ομάδα επέλεξε να διατηρήσει τα αιωνόβια δέντρα, ελιές και πεύκα, που φυτρώνουν στο χώρο, και να τα αναδείξει, ως μια υπενθύμιση των διαφορετικών χρήσεων του ιερού ανά την ιστορία, αλλά και μια αισθητική πινελιά στο χώρο.

Όπως ίσως θυμούνται οι παλιότεροι, η περιοχή γύρω από το Ιερό, γνωστή και ως «παλάτια», καθώς και ο απέναντι οικισμός του «σαμουήλι» ήταν κάποτε ζωντανό στοιχείο του νησιού, αντηχούσε από φωνές, έβριθε από σημεία ζωής και εργασίας των κατοίκων της. Περπατώντας μέσα στις κατάφυτες καλλιεργημένες τότε πλαγιές, συναντούσες άνδρες και γυναίκες που κατοικούσαν στο χώρο και του έδιναν ζωή. Οι οικονομικές συνθήκες, η πτώση των τιμών των αγροτικών και δασικών προϊόντων, καθώς και η μετανάστευση, άλλαξαν την όψη του και ερήμωσαν την περιοχή. Οι επιταγές της κρατικής αρχαιολογίας σίγουρα περιόρισαν τις δυνατότητες των κατοίκων να χτίσουν και να εγκατασταθούν μόνιμα στην περιοχή. Ταυτόχρονα όμως, απέτρεψαν και την αλόγιστη τουριστική της εκμετάλλευση, διατήρησαν το περιβάλλον και έκαναν το Ιερό του Ποσειδώνα και τα περίχωρά του ένα από τα πιο όμορφα σημεία του νησιού, πόλο έλξης τόσο για ντόπιους όσο και για επισκέπτες.

Ο χώρος παραμένει ανοικτός χειμώνα-καλοκαίρι, επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Η είσοδος είναι δωρεάν για όλους. Ο χώρος του Ιερού του Ποσειδώνα εκτός από σημαντικός αρχαιολογικός χώρος είναι και ένας χώρος δημόσιος, κοινός για τους κατοίκους του νησιού, ένας τόπος αναψυχής όπου μπορεί κανείς να ηρεμήσει και να ξεφύγει από τις καθημερινές έγνοιες.

Άρης Αναγνωστόπουλος - Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον
(Μεγάλη Βρετανία), ειδικός ερευνητής στο πρόγραμμα «Καλαυρεία»


ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ


Στην έκθεση, στον προθάλαμο της αίθουσας του ισογείου, εκτίθεται ένα μεγάλο ανάγλυφο με παράσταση σκύλου, λαξευμένο σε ογκώδη λιθόπλινθο με αναθυρώσεις που δείχνουν ότι ήταν ενσωματωμένο σε αρχαίο οικοδόμημα. Βρέθηκε στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου στην κοιλάδα της Φούσας, κοντά στο χωριό Άνω Φανάρι, όπου είναι από παλιά γνωστή η ύπαρξη εκτεταμένου αρχαίου οικισμού και νεκροταφείων.

Στον ίδιο χώρο έχει εκτεθεί και ένα γύψινο εκμαγείο της φημισμένης ενεπίγραφης στήλης από την Τροιζήνα με το κείμενο του αθηναϊκού ψηφίσματος που πρότεινε ο Θεμιστοκλής το 480 π.Χ. για την αντιμετώπιση της περσικής εισβολής. Το πρωτότυπο της στήλης αυτής, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται σήμερα στο Επιγραφικό Μουσείο Αθηνών (ΕΜ 13330).

Στα επιγραφικά εκθέματα που υπάρχουν στ Αρχαιολογικό μουσείο του Πόρου, περιλαμβάνεται ένα τιμητικό ψήφιασμα της πόλης της Τροιζήνας για τον Εχίλαο Φιλωνίδου από τις Πλαταιές (369 π.Χ.).

Η γλυπτική των κλασικών χρόνων αντιπροσωπεύεται από δύο αγαλματίδια, ένα γυμνό αγόρι και μια γυναίκα με χιτώνα και ιμάτιο, που προέρχονται από τις παλαιές ανασκαφές του Legrand στην ακρόπολη της Τροιζήνας και από μερικές επιτύμβιες στήλες του 4ου αι. π.Χ., πρόσφατα ευρήματα από την περιοχή των νεκροταφείων της αρχαίας πόλης της Τροιζήνας. Ανάμεσα στις τελευταίες ξεχωρίζει ένα αξιόλογο επιτύμβιο ανάγλυφο με υπερφυσικού μεγέθους παράσταση γυναίκας, που φοράει αργείο πέπλο με χαμηλό κόλπο και ιμάτιο που κάλυπτε και το κεφάλι. Το κεφάλι με το λαιμό, καθώς και οι βραχίονες, ήταν ένθετα, κατασκευασμένα από χωριστά κομμάτια μαρμάρου. Οι περισσότερες όμως από τις επιτύμβιες στήλες της Τροιζήνας ανήκουν στους αυτοκρατορικούς χρόνους, περίοδο κατά την οποία κατασκευάστηκε και μια σειρά από επιβλητικά ταφικά μνημεία γύρω από τα τείχη της πόλης.

Μια συνοπτική εικόνα της μορφής των κιονοκράνων των τριών κύριων αρχιτεκτονικών ρυθμών και της εξέλιξής τους από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους προσφέρεται στον επισκέπτη με δύο παραδείγματα κορινθιακών κιονοκράνων της ρωμαϊκής περιόδου, το ένα από τα Μέθανα και το άλλο από την Τροιζήνα. Το δεύτερο από αυτά είναι διακοσμημένο στις δύο κύριες όψεις του με ανάγλυφα προσωπεία, που μαρτυρούν την προέλευσή του από θεατρικό οικοδήμημα.

Η παλαιοχριστιανική αρχιτεκτονική αντιπροσωπεύεται επίσης στην έκθεση του Μουσείου με κιονόκρανα και επιθήματα αυτής της περιόδου από την ευρύτερη περιοχή της Τροιζήνας.

Επίσης περιλαμβάνονται ένα αρχαϊκό επίγραμμα (γύρω στο 600 π.Χ.) χαραγμένο σε κυβόλιθο από τραχείτη, επιτάφειο σήμα του Ανδροκλή, γιου του Ευμάρη, που βρέθηκε στα Μέθανα, και το ενεπίγραφο βάθρο ενός χάλκινου ανδριάντα του αυτοκράτορα της Ρώμης Μάρκου Αυρηλίου, ανάθημα της πόλης των Μεθάνων (175-180 μ.Χ.).




ΟΙ ΘΟΛΩΤΟΙ ΤΑΦΟΙ ΤΗΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ


Ξεκινώντας από το Γαλατά και παίρνοντας το δρόμο για την Τροιζήνα σε 3χλμ. περίπου, δεξιά υπάρχουν οι Θολωτοί Βασιλικοί τάφοι της Μαγουλάς των Μυκηναϊκών χρόνων, σημαντικό δείγμα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

Πάνω στο λόφο της Μεγάλης Μαγούλας, μήκους 800 μ., έχει βρεθεί Μεσοελλαδική Ακρόπολη μικρής έκτασης. Οι τάφοι βρίσκονται στο δυτικό άκρο της.

Έχουν ανακαλυφθεί τρεις θολωτοί τάφοι, ο πρώτος είναι του 16ου αιώνα π.Χ., ο δεύτερος ο μεγαλύτερος ανήκει στην Πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο του 15ου αιώνα π.Χ, και ο τρίτος του 13ου αιώνα π.Χ.

Ο παλιότερος (16ου αι. π.Χ.) σχηματίζει εσωτερικά έναν κύκλο με διάμετρο 5 μ. και έχει μεγαλιθική είσοδο χωρίς τον χαρακτηριστικό δρόμο των θολωτών μυκηναϊκών τάφων. Ο δεύτερος είναι πολύ μεγάλος (11μ.) και ο τρίτος είναι μικρότερος (3,80μ.).

Ο μεγαλοπρεπέστερος από τους τρεις τάφους είναι ο δεύτερος και εκτιμάται ότι είχε το ύψος ενός τριώροφου κτιρίου. Η διάμετρος του φτάνει τα 11μ. και είναι καλυμμένος από τύμβο διαμέτρου 60μ. ενώ χρονολογείται στον 15 π.Χ. αι. Προσεγγίζει, μάλιστα, σε διαστάσεις εκείνον του Αιγίσθου στις Μυκήνες.

«Για να κτιστεί ένα τέτοιο θολωτό οικοδόμημα, χρειαζόταν εξειδικευμένους τεχνίτες, ακόμη και αρχιτέκτονες», λέει η αρχαιολόγος της ΚΣΤ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ελένη Κονσολάκη-Γιαννοπούλου. «Είναι σαφές ότι ανήκει σε κάποιον τοπικό ηγεμόνα».

Αν και συλημένος, η έρευνα αποκάλυψε μέσα σε αυτόν πρώιμα ειδώλια, χρυσά κοσμήματα εξαιρετικής τέχνης και έναν αμφορέα από τη Χαναάν, που φανερώνουν εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή και την Κρήτη.

Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν πως οι νεκροί του συγκεκριμένου τάφου ήταν εξέχοντα μέλη της κοινωνίας που προηγήθηκε του Τρωικού Πολέμου -της εποχής δηλαδή που πρέπει να έζησε ο Θησέας.

Οι Βασιλικοί τάφοι της Μαγουλάς είναι ένα από τα πιο αξιόλογα ιστορικά αξιοθέατα και αρχαιολογικά ευρήματα που αφορούν την αρχαία Ελλάδα και βρίσκονται στο Γαλατά της Τροιζηνίας.


Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΖΗΝΑΣ


Η Αρχαία Τροιζήνα

Η Αρχαία Τροιζήνα ήταν μια πόλη που άκμασε κατά μεγάλες χρονικές περιόδους, ενώ σε άλλες περιόδους έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο, επισκιασμένη από μεγαλύτερα κέντρα. Είναι βέβαιο εξάλλου ότι διέθετε μια οικονομικά εύρωστη τάξη, η οποία επιδείκνυε τον πλούτο της και συμμετείχε σε πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες.

Τις ανάγκες μάλιστα αυτής της τάξης εξυπηρετούσε η δημιουργία τοπικού κέντρου παραγωγής χάλκινων αγγείων, τα οποία ήταν δημοφιλή ως κτερίσματα για δύο τουλάχιστον αιώνες.

Η Αρχαία Πόλη που είχε Τείχη, Ακρόπολη, Αγορά και πολλά Ιερά βρισκόταν στα δυτικά του σημερινού οικισμού, κτισμένη στη βόρεια πλαγιά του όρους Αδέρες και σε τμήμα της προσχωσιγενούς πεδιάδας.

Από την Αρχαία Τροιζήνα σωζονται ελάχιστα, αφού άλλα καταστράφηκαν και άλλα χρησιμοποιήθηκαν για μετεγενέστερες κατασκευές. Υπάρχουν όμως εξαιρετικά ευρήματα τα οποία φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου αλλά και στο Εθνικό Αρχαιολογικό.

Όρια της Αρχαίας Πόλης αποτελούσαν ένα ρέμα στα ανατολικά (το ρέμα του Αγίου Αθανασίου) και ένα δεύτερο στα δυτικά (το Γεφυραίο ρέμα ή Χρυσορρόας). Η Ακρόπολη της Αρχαίας Πόλης, βρισκόταν σε λόφο στα νότια σε υψόμετρο 313 μ. και κατά μήκος των δύο αυτών ρεμάτων κατέβαιναν δύο επιμήκεις βραχίονες του οχυρωματικού περιβόλου της. Κατά τον Παυσανία η Πόλη περικλειόταν από τείχος χτισμένο με πλίνθους.

Η Αγορά βρισκόταν στην ομαλή περιοχή στις υπώρειες του βουνού, ενώ το "επιφανέστατον" (Παυσανίας ΙΙ.32.1) τέμενος του Ιππολύτου βρισκόταν εκτός των τειχών της πόλεως, δυτικά του Γεφυραίου ρέματος, σε απόσταση περίπου 800μ. από την αρχαία αγορά και σε ψηλότερο επίπεδο των υπωρειών του ίδιου βουνού.

Στην Αγορά υπήρχε ο ναός της Σωτήρας Αρτέμιδος, κατασκευασμένος από Αιγινίτικο πωρόλιθο, που αποτελούνταν από πρόναο και σηκό. Μέσα στο ναό υπήρχαν βωμοί των υποχθόνιων θεών και μνημείο του Πιτθέα, στο οποίο βρισκόταν τρεις θρόνοι όπου κάθοταν ο Πιτθέας και δύο δικαστές.

Νότια του ναού υπήρχε το Ιερό του Μουσσών, στη θέση όπου σήμερα βρίσκονται τα ερείπια Ρωμαϊκού αψιδωτού κτιρίου. Στην Αγορά υπήρχε και ο ναός του Διός του Σωτήρος, που είχε ιδρύσει ο Αέτιος, με βωμούς και στοές.

Επίσης κοντά στην Αγορά βρισκόταν το Θέατρο της Τροιζήνας και δίπλα ο ναός της Λύκειας Αρτέμιδος, ενώ πιο πέρα βρίσκοταν ο ναός του θεάριου Απόλλωνα. Ανάμεσα στους 2 αυτούς ναούς βρισκόταν η Ιερή Πέτρα και στην άκρη της Αγοράς βρισκόταν η Στοά της Τροιζήνας.

Όπως προείπαμε, στην κορυφή του λόφου ήταν η Ακρόπολη, ξεχωριστά οχυρωμένη και σε αυτή βρισκόταν ο ναός της Σθένιας Αθηνάς. Σώζονται, επίσης, τμήματα των τειχών της Αρχαίας Πόλης, καθώς και τμήματα του Διατειχίσματος. Ένας από τους πύργους του διατειχίσματος, μάλιστα, αποτελεί τοπόσημο για την περιοχή λόγω του σωζόμενου ύψους του. Ανατολικά και δυτικά της Αρχαίας Πόλης εκτείνονταν τα Νεκροταφεία της σε μια αγροτική περιοχή με μαλακό έδαφος στις όχθες των ποταμών.

Kατά την ανασκαφή της αρχαιολόγου Μαρίας Γιαννοπούλου στο ανατολικό αρχαίο νεκροταφείο της Τροιζήνας, ανεβρέθει τάφος ενός βρέφους, μαζί με πήλινο θήλαστρο και με τρία άλλα αγγεία που είχαν εναποτεθεί ως προσφορά επάνω στη μικρή λάρνακα. Τό εύρημα χρονολογείται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ..

Άλλα ευρήματα από την ίδια ανασκαφή είναι μια καθιστή πλαγγόνα, δύο φτερωτοί Έρωτες, ο ένας από τους οποίους αναπαριστάνεται με παιδική μορφή τυλιγμένος με ιμάτιο και ο άλλος ως γυμνός έφηβος, καθώς επίσης και δύο γυναικεία ειδώλια χορευτριών με ζωηρή κίνηση, δύο ογκώδεις σιδερένιοι δακτύλιοι, κάποια αγγεία αλλά και δύο ακόμη θήλαστρα που ήρθαν στο φως σε μια άλλη παιδική ταφή, που χρονολογήθηκε στους Ελληνιστικούς χρόνους. Ήταν μια ταφή σε πίθο, ο οποίος μάλιστα είχε επιδιορθωθεί με μολύβδινους συνδέσμους, όπως γινόταν συχνά στην αρχαιότητα. Δύο ακόμη ταφές παιδιών, η μία από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. και η άλλη του 7ου αιώνα π.Χ., βρέθηκαν κτερισμένες και αυτές με μικρά αγγεία.

Η ταφική δραστηριότητα αρχίζει από την Πρωτογεωμετρική εποχή, όπως αποδεικνύεται από έναν εγχυτρισμό σε γραπτό αμφορέα του 10ου αιώνα π.Χ. και φθάνει ως την Ελληνιστική, όπως λέει η κυρία Γιαννοπούλου.

Στις πρόσφατες ανασκαφές ήρθαν στο φως συνολικά δεκαπέντε ταφές όλων των ειδών (κιβωτιόσχημοι, κεραμοσκεπείς, εγχυτρισμοί, σε λάκκο, καύση, σε λάρνακα και σε πίθο) αλλά και ένας μαρμάρινος ταφικός περίβολος του 4ου αιώνα π.Χ.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακά ήταν τα ευρήματα τριών από τους τάφους που περιείχαν χάλκινα αντικείμενα, όπως κάτοπτρα, κώδωνες με σιδερένιο κρουστήρα, έναν κάνθαρο, έναν επιχρυσωμένο δακτύλιο, αλλά και σιδερένιες στλεγγίδες, σιδερένιες αιχμές βελών, καθώς επίσης μια μολύβδινη πυξίδα και πολλά αγγεία, όπως αυτό που έχει τη μορφή κεφαλής αγοριού.

"Τα χάλκινα αγγεία και σκεύη από τους κλασικούς και τους πρώιμους ελληνιστικούς τάφους της Τροιζήνας είναι μικρού μεγέθους και σχετίζονται με το σερβίρισμα και την πόση του οίνου" λέει η κυρία Γιαννοπούλου.

"Όσο για τους χάλκινους κώδωνες μαζί με χάλκινα αγγεία, μπορούν να θεωρηθούν ως χθόνια αντικείμενα, καθώς θεωρείται ότι σχετίζονται με τη Διονυσιακή λατρεία" προσθέτει.

Η παρουσία πολλών χάλκινων αντικειμένων εξάλλου και μάλιστα εξαιρετικής ποιότητας θεωρείται από την ίδια ότι ίσως υποδηλώνει την παρουσία τοπικών εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας, υπόθεση που ενισχύεται από την ανεύρεση απορρίμματος χύτευσης χαλκού στην επίχωση μιας δεξαμενής των ρωμαϊκών χρόνων.

Συμπερασματικά λοιπόν, και όπως λέει πάντα η αρχαιολόγος, στην Αρχαία Τροιζήνα υπήρχε διαχρονικά μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία αγροτικού χαρακτήρα, χωρίς μεγάλη εμπορική δραστηριότητα.

Το Ασκληπιείο της Τροιζήνας

Βορειοδυτικά της αρχαίας πόλης, βρίσκονται τα Eρείπια του Ασκληπιείου που χτίστηκε στα τέλη του 4ου με αρχές 3ου αι. π.Χ.. Ηταν ένα ορθογώνιο κτίριο με εσωτερική αυλή και δωμάτια στις τρεις πλευρές του, όπου βρέθηκαν ίχνη από κρεβάτια, τραπέζια και τζάκια. Πρέπει λοιπόν αυτά να ήταν τα δωμάτια των αρρώστων.

Στην άλλη πλευρά βρισκόταν μια μεγάλη αίθουσα με εσωτερική κιονοστοιχία. Από αυτό το κτίριο μπορούσες με έναν διάδρομο να περάσεις σε ένα άλλο κτίριο με αίθουσα και αυλή που πρέπει να ήταν το Θεραπευτήριο.

Το καλό κλίμα και το καθαρό νερό των πηγών ευνοούσε την λειτουργία του θεραπευτηρίου, του οποίου η λειτουργία βεβαιώνεται από επιγραφές. Στο νότιο τοίχο της περιβόλου υπάρχουν ερείπια μιας κρήνης. Σώζονται τα θεμέλια διαφόρων κτισμάτων (δωματίων, ξενώνων, αιθουσών θεραπείας).

Η ύπαρξη σχετικών επιγραφών βεβαιώνει τη λειτουργία Ασκληπιείου, αλλά φαίνεται ότι το Ασκληπιείο της Επιδαύρου επισκίασε αυτό της Τροιζήνας. Στην παρακμή του Ασκληπιείου της Τροιζήνας διαδραμάτισε προφανώς σημαντικό ρόλο και ο σεισμός, τον οποίο προκάλεσε η έκρηξη του ηφαιστείου των Μεθάνων, στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. Τα κτίρια υπέστησαν τότε σοβαρές φθορές και παρέμειναν σε ερειπιώδη κατάσταση μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε και επισκευάστηκαν.

Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού το αρχαίο υλικό του Ασκληπιείου χρησιμοποιήθηκε για την οικοδόμηση χριστιανικών ναών, όπως της Παναγίας της Επισκοπής.

Το Ιερό του Ιππόλυτου

Μία πάρα πολύ ωραία και αναλυτική δημοσίευση για το Τέμενος του Ιππολύτου στην Τροιζήνα έχει γίνει από την αρχαιολόγο Ελένη Οικονομίδου. Συνδέεται άμεσα με το μύθο του έρωτα της Φαίδρας για τον Ιππόλυτο. Το γεγονός ότι ο διαδεδομένος αυτός μύθος σχετίζεται με την ιστορία του ιερού αποτελεί σίγουρα πόλο έλξης για τους επισκέπτες του χώρου.

Το Ιερό του Ιππολύτου είναι ένας αξιόλογος αρχαιολογικός χώρος, που παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό και βρίσκεται σε ένα ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, που εκτείνεται βόρεια και βορειοδυτικά του σύγχρονου οικισμού της Τροιζήνας.

Τις ανασκαφές στον χώρο ενήργησε πρώτη η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή το 1890 και το 1899 με τον Legrand και αργότερα το 1932 το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο με τον Welter, που ολοκλήρωσε την ανασκαφή.

Το τέμενος του Ιππολύτου βρισκόταν εκτός των τειχών της πόλεως, δυτικά του Γεφυραίου ρέματος, σε απόσταση περίπου 800 μ. από την αρχαία αγορά και σε ψηλότερο επίπεδο των υπωρειών του ίδιου βουνού.

Καταλαμβάνει έκταση περίπου 4.000 τ.μ. Τμήματα του συγκροτήματος, η ράμπα, το πρόπυλο, ο ναΐσκος με την πρόσοψη στα δυτικά, το βόρειο τμήμα του περιβόλου του μικρού γεωμετρικού τεμένους, ο βωμός και το εστιατόριο με τα προσκτίσματά του.

Ο ναός ήταν περίπτερος, διαστάσεων 32x31μ., με 11 κίονες στη μεγάλη πλευρά και 6 στη μικρή. Ηταν αμφιπρόστυλος και χωριζόταν σε προναό, σηκό και οπισθόδομο. Σήμερα σώζεται μόνον κατά τα πώρινα θεμέλιά του. Η είσοδος στο χώρο του ναού και του Ασκληπιείου γινόταν από επιβλητικά προπύλαια που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά. Άλλη παραπυλίδα υπήρχε στη νότια πλευρά ενώ κοντά στον αριστερό τοίχο του πρόπυλου υπήρχε βωμός και μικρός ναός με πρόναο και σηκό, πίσω από τον οποίο υπήρχε και μια στοά με διπλή κιονοστοιχία. Εκεί κοντά υπήρχε βρύση, το νερό της οποίας ερχόταν με αγωγό από πηγή και διοχετευόταν σε μια δεξαμενή. Παραδίπλα υπήρχε μια μικρή σειρά από δωμάτια. Αξιόλογο είναι επίσης μεγάλο οικοδόμημα του 4ου-3ου αι. π.Χ. που αποδίδεται σε εστιατόριο του ιερού. Πρόκειται για μεγάλη αίθουσα με 3 δωρικούς κίονες, βάσεις κλινών και τραπεζών, καθώς και 8 εστίες κατασκευασμένες με πλάκες που χρησίμευαν στο μαγειρείο του εστιατορίου.

Κατά τη μυθολογία, ο Ιππόλυτος υπήρξε ο γιος του Θησέα και της Αμαζόνας Αντιόπης ή Ιππολύτης και λατρευόταν στο ομώνυμο τέμενος στην Τροιζήνα.
Σύμφωνα πάντα με τη μυθολογία, μετά το θάνατο της Αντιόπης, ο Θησέας νυμφεύθηκε τη Φαίδρα και έστειλε τον Ιππόλυτο, μικρό παιδί ακόμα, στον Πιτθέα, προκειμένου να ανατραφεί εκεί και να γίνει βασιλιάς της Τροιζήνας.
Αργότερα, όταν ο Πάλλας (αδερφός του Αιγέα) και οι γιοι του (50 Παλλαντίδες) στασίασαν εναντίον του Θησέα, ο ήρωας τους σκότωσε και πήγε στην Τροιζήνα, για να καθαρθεί.
Στο ταξίδι αυτό η Φαίδρα είδε για πρώτη φορά τον νεαρό Ιππόλυτο και τον ερωτεύτηκε. Προσπάθησε να κερδίσει την αγάπη του στέλνοντάς του γράμμα με την τροφό της αλλά απέτυχε (βλ. Ευριπίδη Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, που γράφτηκε το 428 π.Χ.) και έτσι αποφάσισε να αυτοκτονήσει.
Για να εκδικηθεί, όμως, τον Ιππόλυτο που αρνήθηκε τον έρωτά της, μένοντας πιστός στην Άρτεμη-θεά της αγνότητας, έγραψε ένα γράμμα στον Θησέα συκοφαντώντας τον Ιππόλυτο. O Θησέας, διαβάζοντας το γράμμα μετά την αυτοκτονία της Φαίδρας και δίνοντας πίστη στις συκοφαντίες της, χρησιμοποίησε μία από τις τρεις ευχές που θα εκπλήρωνε ο Ποσειδώνας γι’ αυτόν, ζητώντας να σκοτώσει ο θεός τον Ιππόλυτο.
Πράγματι, καθώς ο νέος διωγμένος από τον πατέρα του έφευγε πάνω στο άρμα του, πρόβαλε από τη θάλασσα ένας άγριος ταύρος με αποτέλεσμα τα άλογα να αφηνιάσουν και ο Ιππόλυτος πέφτοντας από το άρμα του να μπλεχτεί στα ηνία και να βρει το θάνατο.
O Παυσανίας (ΙΙ.27.4) και οι μετέπειτα πηγές αναφέρουν ότι ο Ασκληπιός, ύστερα από παράκληση της Αρτέμιδος, επανέφερε στη ζωή τον ήρωα, γι’ αυτό και η λατρεία του Ιππολύτου συνδέθηκε με αυτή του Ασκληπιού. Στον Παυσανία αναφέρεται, επίσης, ότι ο Ιππόλυτος, μετά την επαναφορά του στη ζωή, πήγε στους Αρικιείς, κατοίκους της Ιταλίας, όπου έκτισε τέμενος της Αρτέμιδος.

Το τέμενος και το ναό του Ιππολύτου στην Τροιζήνα (Παυσανίας ΙΙ.32.1-4) είχε κατασκευάσει, σύμφωνα με την παράδοση, ο Διομήδης, ο οποίος είχε ιδρύσει και τη λατρεία του Επιβατηρίου Απόλλωνα, επειδή είχε γλιτώσει από την κακοκαιρία κατά την επιστροφή του από την Τροία.

O περίβολος και τα κτίσματα του ιερού, το οποίο βρισκόταν εκτός των τειχών της αρχαίας Τροιζήνας, κτίστηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. γύρω από έναν αρχαιότερο πυρήνα λατρείας, ο οποίος εντοπίζεται στο χώρο του μικρού γεωμετρικού τεμένους.

Εκεί ανακαλύφθηκαν θραύσματα κεραμικής των γεωμετρικών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, καθώς και πήλινα αντικείμενα, που αναπαριστούσαν ποπάνους (γλυκίσματα) και αποτελούσαν αφιέρωμα στη θεότητα.

O περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος επισκέφθηκε το ιερό τον 2ο αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι το στάδιο όπου γυμναζόταν ο Ιππόλυτος βρισκόταν βόρεια της Επισκοπής και ψηλότερα ήταν ο ναός της Κατασκοπείας Αφροδίτης, απ’ όπου τον παρακολουθούσε κρυφά η Φαίδρα (Παυσανίας ΙΙ.32.3). Σε μικρή απόσταση βρισκόταν ο τάφος της Φαίδρας και το μνήμα του Ιππολύτου (ίσως στο μικρό γεωμετρικό τέμενος).

O περιηγητής (Παυσανίας ΙΙ.32.4) περιγράφει ακόμη το σπίτι του ήρωα με την πηγή του Ηρακλή, που πιθανότατα εξυπηρετούσε το Aσκληπιείο, το οποίο είχε παρακμάσει στα χρόνια του Παυσανία. Πιθανώς, η γειτνίαση της κρήνης με το παλιό σέβασμα συνέβαλε στο να εξελιχθεί ο Ιππόλυτος σε θεό-θεραπευτή.

Στα ελληνιστικά χρόνια, την εποχή της ακμής του καταστερισμού των μυθικών μορφών, ο Ιππόλυτος ταυτίστηκε με τον αστερισμό του Ηνιόχου (Παυσανίας ΙΙ.32.1). Το γεγονός ότι υπήρχε μνήμα ("ηρίον") του Ιππολύτου σημαίνει ότι ετιμάτο ως ήρωας στο ίδιο τέμενος όπου ετιμάτο και ως θεός.

Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους ο Ιππόλυτος ήταν η κυρίαρχη θεότητα στο τοπικό ιερό και είχε έναν ισόβιο ιερέα. Κάθε κοπέλα που επρόκειτο να παντρευτεί, αφιέρωνε μια τούφα από τα μαλλιά της στο ναό του ζητώντας την εύνοια του ήρωα.

O Λουκιανός, μάλιστα (Περί της συρίης θεού 60) αναφέρει ότι ο θρησκευτικός νόμος στην Τροιζήνα επέβαλλε και στα νεαρά αγόρια να αφιερώσουν την κόμη τους στον Ιππόλυτο.

Την εποχή του Παυσανία υπήρχε, επίσης, πάνδημη γιορτή για τον Ιππόλυτο, κατά την οποία οι Τροιζήνιοι πήγαιναν στο ιερό για τις θυσίες.

Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού το αρχαίο υλικό απομακρύνθηκε από τα μνημεία στα οποία ανήκε αρχικά και χρησιμοποιήθηκε για την οικοδόμηση χριστιανικών ναών, όπως η Επισκοπή. Αρχαίο υλικό, όμως, απομακρυνόταν από το χώρο (για να χρησιμοποιηθεί εκ νέου ως οικοδομικό υλικό) μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν.

Αλλες Αρχαιότητες

Σε απόσταση 600 περίπου μέτρων από το σημερινό οικισμό, φθάνουμε σε μία διασταύρωση, στην οποία ξεχωρίζει ένας ογκώδης πελεκημένος βράχος που πιστεύεται πως είναι ο βράχος που οι αρχαίοι Τροιζήνιοι αποκαλούσαν πέτρα του Θησέα (αναφέρεται από τον Παυσανία). Τον βράχο αυτό σήκωσε εύκολα ο Θησέας και πήρε το ξίφος και τα σαντάλια που είχε αφήσει από κάτω ο πατέρας του.

Βόρεια από τα εκκλησάκια του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Ιωάννη, που είναι κτισμένα στη θέση παλαιότερων ναών, αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια αρχαίου ναού, ο οποίος έχει ταυτιστεί με το ναό της Αρτέμιδος Σωτήρας. Το μνημείο αυτό δεν είναι ορατό, λόγω της βλάστησης.

Σε μικρή απόσταση από τον Παλάτι του Θησέα, στην πλαγιά του βουνού, βρίσκεται ιερό του Λυτηρίου Πανός, καθώ και ο τάφος του Πιτθέα. Χαμηλότερα από την Ακρόπολη και κατά μήκος του ανατολικού τείχους σώζονται λείψανα των ναών της Ίσιδας και της Ακραίας Αφροδίτης.

Εξω από την Πόλη υπήρχε το ιερό του Φιτάλμιου Ποσειδώνα και κοντά σε αυτόν το ιερό της Δήμητρας θεσμοφόρου που είχε ιδρύσει ο Αλθήπος. Πιο πέρα βρίσκουμε τις πηγές του Ιλλικού ποταμού, όπου ο Θησέας είχε ιδρύσει το ιερό της Νυμφίας Αφροδίτης. Ανατολικά του Ιππολυτείου βρέθηκε αρχαϊκός τάφος, ενώ βορειότερα σώζονται ρωμαϊκά ταφικά κτίσματα.

Στο τέλος της Ελλινιστικής περιόδου κατασκευάστηκε "ένα διατείχισμα" που χώριζε την κυρίως Πόλη από τα περίχωρα και εξασφάλιζε έτσι καλύτερη οχύρωση για την Ακρόπολη, σε περίπτωση πολιορκίας. Από αυτό σώζονται τα λείψανα 2 τετράγωνων πύργων καθώς και το κατώτερο τμήμα ενός μεγαλύτερου, που είναι γνωστός σαν "το Παλάτι του Θησέα". Πάνω σε αυτό κατασκευάστηκε πύργος από τον Φράγκο ηγεμόνα της περιοχής, κατά την Μεσαιωνική εποχή, μέρος του οποίου σώζεται.

Στην περιοχή της Αρχαίας Τροιζήνας, σχετικά πρόσφατα ήρθε στο φως μία παλαιοχριστιανική βασιλική σχετικά μεγάλων διαστάσεων ανατολικά του Γεφυραίου ρέματος.


ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ


Το Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου κτίστηκε σε μια χαράδρα το 340 π.Χ. από τον Αργείο αρχιτέκτονα Πολύκλειτο το Νεότερο, σύμφωνα με τον Παυσανία. Έχει θαυμάσια ακουστική, είχε χωρητικότητα 13.000 θεατών και χωρίζεται σε δύο μέρη. Ένα των 21 σειρών καθισμάτων για το λαό και το κάτω, από 34 σειρές καθισμάτων, για τους ιερείς και τους άρχοντες.

Η πάρα πολύ καλή κατάσταση στην οποία διατηρείται συνετέλεσε στη δημιουργία του φεστιβάλ Επιδαύρου, ένα θεσμό που έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια. Στην Επίδαυρο έχει εμφανιστεί εκτός από τους μεγαλύτερους Έλληνες ηθοποιούς όπως ο Αλέξης Μινωτής, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Άννα Συνοδινού, ο Θανάσης Βέγγος κ.ά. και η διάσημη Ελληνίδα σοπράνο Μαρία Κάλλας.


Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΩΝ


Οι επισκέπτες στις Μυκήνες θα έχουν την ευκαιρία να δουν τα κυκλώπεια τείχη, το παλάτι του βασιλιά Αγαμέμνονα και τους δυο ταφικούς βασιλικούς περιβόλους.

Θα εντυπωσιαστείτε από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτός τάφος), το θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, την Πύλη των Λεόντων, το Βασιλικό ανάκτορο, τη Βόρεια Πύλη καθώς και την Υπόγεια δεξαμενή.

Πάρα πολλά από τα ευρήματα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές στις Μυκήνες εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας καθώς και στο νέο, σύγχρονο, Μουσείο Μυκηνών στη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, προκαλώντας το θαυμασμό σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλες τις γωνιές της γης.


Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ


Στην πόλη του Ναυπλίου κάνουν αισθητή την παρουσία τους η Αρχαία Ακρόπολη που έχει κτισθεί στην κορυφή ενός κωνικού λόφου, που βρίσκεται σε υψόμετρο 270μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 170μ. από τη γύρω περιοχή.

Το ενετικό κάστρο του Παλαμηδίου βρίσκεται ανατολικά της πόλης του Ναυπλίου σε λόφο ύψους 216 μέτρων. Πήρε το όνομά του από τον τοπικό ήρωα Παλαμήδη, γιο του Ναυπλίου. Χτίστηκε και οχυρώθηκε κατά τη β΄ περίοδο της Ενετοκρατίας (1686-1715), το 1687 σε σχέδια των Ζιάξιχ και Λασάλ, από τους Ενετούς, ύστερα από την κατάληψη του λόφου στον οποίο βρίσκεται, μετά από σφοδρή μάχη με τους Οθωμανούς κατά τον Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Αποτελεί τυπικό φρούριο μπαρόκ και απαρτίζεται από 8 προμαχώνες αυτοτελείς μεταξύ τους.

Η ανάβαση στο Παλαμήδι γίνεται είτε μέσω αμαξωτής οδού είτε μέσω μιας σκάλας με πολλά σκαλοπάτια (αναφέρονται ως 999 σκαλοπάτια). Το 1715, κατά την διάρκεια του τελευταίου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι Οθωμανοί το ξανακυρίευσαν αφού ανατίναξαν ένα τμήμα του.

Το Μπούρτζι ή «Καστέλι» κατά τους Ενετούς, ή «θαλασσόπυργος» κατά τον Αγώνα του 1821, είναι μικρή νησίδα μπροστά στο λιμένα του Ναυπλίου, ακριβώς απέναντι από το επάκτιο πυροβολείο των «Πέντ΄ - Αδερφιών», καλυπτόμενη πλήρως από παλαιό ενετικό Φρούριο στο οποίο οφείλει και το όνομά της.

Το Φρούριο αυτό αναγέρθηκε από τους Ενετούς μετά την αποχώρηση του Μαχμούτ Πασά το 1473, εφοδιάζοντάς το με νεώτερα πυροβόλα. Το 1502 μεταβάλλοντας οι Ενετοί με οχυρώσεις τη ΝΔ πλευρά της Ακροναυπλίας σε αυτοτελή προμαχώνα με επάλξεις («Πέντε Αδέρφια»), συνέδεσαν αυτόν με τεχνητό βραχίονα από ογκόλιθους στον οποίο και πρόσδεναν αλυσίδα που έφθανε μέχρι το Μπούρτζι για την προφύλαξη του λιμένα και της πόλης. Εξ ου και το όνομα «Λιμένας της Αλύσου».